αὔλιος

αὔλιος, α, ον, (αὐλή I)
A belonging to folds, ἀστὴρ αὔλιος 'star that bids the shepherd fold', A.R.4.1630, cf. Call.Fr.539; ὅταν αὐλίοις συρίζῃς, ὦ Πάν, τοῖς σοῖσιν ἐν ἄντροις dub. l. in E.Ion500 (lyr.).
II αὔλιος θύρα dub. l. in Men.546; cf. αὐλία θύρα· πυλών, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αύλιος — αὔλιος, α, ον (Α) 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην αυλή ή στο μαντρί 2. φρ. «ἀστὴρ αὔλιος» ο αποσπερίτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < αυλή. Πρέπει να σημειωθεί ότι ορισμένα σύνθετα με β συνθετικό το επίθ. αύλιος συμπίπτουν φωνητικά με αντίστοιχα σύνθετα… …   Dictionary of Greek

  • αὔλιος — belonging to folds masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐλίαις — αὔλιος belonging to folds fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐλίην — αὔλιος belonging to folds fem acc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐλίους — αὔλιος belonging to folds masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐλίῃσι — αὔλιος belonging to folds fem dat pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αύλειος — αὔλειος και αὔλιος, α, ον και ος, ον (Α) 1. αυτός που βρίσκεται ή ανήκει στην αυλή («αὐλείῃσι θύρῃσι», «οὐδοῡ ἐπ αὐλείου», «ἐκτός αὐλείων πυλῶν») 2. το θηλ. ως ουσ. «αὔλειος και αὔλιος», «αὐλεία και αὐλία» η θύρα της αυλής, η αυλόπορτα. [ΕΤΥΜΟΛ.… …   Dictionary of Greek

  • αὐλία — αὐλίᾱ , αὔλιος belonging to folds fem nom/voc/acc dual αὐλίᾱ , αὔλιος belonging to folds fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐλίων — αὔλιον country house neut gen pl αὔλιος belonging to folds fem gen pl αὔλιος belonging to folds masc/neut gen pl αὐλέω play on the flute pres part act masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὔλιον — country house neut nom/voc/acc sg αὔλιος belonging to folds masc acc sg αὔλιος belonging to folds neut nom/voc/acc sg αὐλέω play on the flute imperf ind act 3rd pl (doric) αὐλέω play on the flute imperf ind act 1st sg (doric) αὐλέω play on the… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ταὔλιον — αὔλιον , αὔλιον country house neut nom/voc/acc sg αὔλιον , αὔλιος belonging to folds masc acc sg αὔλιον , αὔλιος belonging to folds neut nom/voc/acc sg αὔλιον , αὐλέω play on the flute imperf ind act 3rd pl (doric) αὔλιον , αὐλέω play on the… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.